Η Εθνική εκμεταλλεύτηκε το 2004

20 Νοέμβριος 2013 11:40 πμ

15 0

Η Εθνική εκμεταλλεύτηκε το 2004

Η πρώτη αφορμή ήταν η κόντρα που διοργανώσαμε εδώ στο site μεταξύ του Ευρωμπάσκετ του 1987 και του Euro 2004. Αρκετοί απ’τους συναδέλφους, αλλά και απ’τους φίλους που σχολίασαν το θέμα, στήριξαν την ψήφο τους στον εξής συλλογισμό: το Ευρωμπάσκετ άλλαξε όλο το ελληνικό μπάσκετ (και επηρέασε γενικά τον αθλητισμό μας), ενώ το Euro του 2004 πέρασε ανεκμετάλλευτο και δεν άλλαξε τίποτα.

Η ένστασή δεν αφορά σε τίποτα το Ευρωμπάσκετ και τη συνολική του επιρροή. Εκτιμώ κι εγώ όσο ο καθένας το μέγεθος της σημασίας που είχε εκείνο το επίτευγμα, το εξήγησα επαρκώς και στη δική μου ματιά σ’εκείνη την κόντρα. Η ένσταση αφορά το κλισέ που λέει πως “το Euro δεν άλλαξε τίποτα, δεν το εκμεταλλευτήκαμε”.

Σε λίγους μήνες θα συμπληρωθεί δεκαετία απ’το έπος της Πορτογαλίας κι η αλήθεια είναι πως η καραμέλα περί εκμετάλλευσης πιπιλίζεται αρκετά χρόνια τώρα. Τόσο που έχει γίνει πια θέσφατο, επαναλαμβάνεται διαρκώς με ευκολία σε κάθε σχετική συζήτηση.

Νομίζω πως όλοι μπορούμε να συμφωνήσουμε πως η Εθνική ομάδα εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο την επιτυχία του 2004. Πήγαμε σε τέσσερις απ’τις πέντε διοργανώσεις που ακολούθησαν και μάλιστα σερί. Συμπληρώνεται μια δεκαετία σταθερής παρουσίας, διάστημα στο οποίο η παλιά φρουρά άφησε μόνο τον Κατσουράνη-Καραγκούνη και η Εθνική έχει καταφέρει να μείνει ψηλά με νέο κορμό πρωταγωνιστών.

Το όνειρο που είχαμε πριν το 2004 δεν ήταν φυσικά μια μέρα να σηκώσουμε μια κούπα, αλλά να μπορούμε τα καλοκαίρια να βλέπουμε τη δική μας ομάδα στις μεγάλες διοργανώσεις. Να πάψουμε να μοιραζόμαστε σ’αυτούς που είναι με τη Βραζιλία, στους φαν της Ιταλίας ή της Γερμανίας, συνήθειο δεκαετιών, ανάγκη του “να έχουμε και εμείς μια ομάδα να υποστήριζουμε”. Ε, αυτό που κάποτε ήταν όνειρο, είναι πια πραγματικότητα και μάλιστα πάγια.

Δεν αποτελεί εξαίρεση η παρουσία μας σε τελικές φάσεις, ο ποδοσφαιρικός πλανήτης δεν εκπλήσσεται όταν βρίσκουμε τον τρόπο να πάμε και στους οκτώ, όπως έγινε στο τελευταίο Euro. Δεν είμαστε πρωταγωνιστές (δεν θα μπορούσαμε άλλωστε), αλλά δεν είμαστε με τίποτα οι φτωχοί συγγενείς. Η Εθνική ομάδα έχει εκμεταλλευτεί στο έπακρο το θαύμα του 2004.

Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι τι άλλο ήθελαν να αλλάξει όσοι ακόμα λένε πως το Euro δεν άλλαξε τίποτα. Ας συμφωνήσουμε πως κάποια απ’τα άσχημα του ποδοσφαίρου μας είναι η βία, τα χάλια γήπεδα, οι κακές και φοβικές διαιτησίες, το παρασκήνιο, οι παραγοντικές μάχες πεζοδρομίου, το χαμηλό επίπεδο μερίδας του αθλητικού Τύπου.

Τι απ’ολα αυτά θα μπορούσε να αλλάξει το Euro και κυρίως, πως θα μπορούσε να τ’αλλάξει; Ένα ευρωπαϊκό κύπελλο σήκωσαν ο Ζαγοράκης και τα υπόλοιπα παιδιά, δεν έφεραν στην Ελλάδα την κολυμπήθρα του Σιλωάμ, ούτε το ραβδί του Χάρι Πότερ. Πως θα μπορούσε το Euro να μειώσει τη βία ή να βελτιώσει τα γήπεδα; Το κατάφερε δηλαδή το Ευρωμπάσκετ; Στο Σπόρτινγκ, στο Μετς και στο Ιβανώφειο έπαιζαν πριν, σ’αυτά έπαιζαν και μετά.

Πως θα άλλαζε το Euro τη διαιτησία, το παρασκήνιο και τη συμπεριφορά των παραγόντων; Θα μαζεύονται όλοι σε ένα συνέδριο και θα έλεγαν “α, τώρα πήραμε τα Euro, τέλος αυτά που ξέραμε”; Στο μόνο που μπορώ να συμφωνήσω είναι πως θα μπορούσε να αλλάξει προς το καλύτερο ο αθλητικός Τύπος. Μαζί σας, μόνο που ο Τύπος ξέρετε είναι και στο δικό σας χέρι. Όσο υπάρχουν κάποιοι που επιλέγουν να διαβάζουν είτε προχειρότητες και επιφανειακές προσεγγίσεις, είτε κείμενα ελεεινής αισθητικής, τόσο αυτά θα γράφονται. Οι νοοτροπίες και τα μυαλά επηρεασμένα για δεκαετίες δεν αλλάζουν έτσι απλά, ούτε στο κοινό, ούτε στον Τύπο.

Το Euro ήταν κυρίως ο θρίαμβος του ταλέντου και της δουλειάς του Έλληνα ποδοσφαιριστή. Αυτός (μαζί με τον Ρεχάγκελ) πέτυχε το θαύμα και αυτός (μαζί με τον Ρεχάγκελ και τον Σάντος) φρόντισε να το συνεχίσει. Εξαργύρωσε την επιτυχία και με τον ιδρώτα του φρόντισε το έπος του 2004 να έχει τη συνέχεια που βλέπουμε όλοι. Η Εθνική έχει την πορεία που όλοι ονειρευόμασταν πριν χρόνια, οι Έλληνες ποδοσφαιριστές πρωταγωνιστούν εντός και εκτός συνόρων, κερδίζοντας προσοχή και σεβασμό απ’το εξωτερικό που δεν είχαν παλαιότερα. Αυτά μπορούσε ρεαλιστικά να προσφέρει το Euro, αυτά προσέφερε. Όχι μόνο του, αλλά κυρίως επειδή κάποιοι κόπιασαν πολύ.

Η δεύτερη ένσταση αφορά τη συζήτηση περί του ποδοσφαίρου της εθνικής και της ταυτότητάς της. Διάβασα και το κείμενο του Γιάννη Ξενάκη που σχολίαζε το θέμα, γράφοντας χαρακτηριστικά πως δεν έχουμε καταφέρει το βασικό να αποκτήσουμε εθνική σχολή ποδοσφαίρου και ποδοσφαιρική ταυτότητα.

Μπορεί να διαφωνώ με όσους θέλουν σώνει και ντε να δουν κάτι διαφορετικό, αλλά τουλάχιστον καταλαβαίνω τις αιτιάσεις τους. Όμως, διαφωνώ κάθετα με την άποψη πως η Εθνική μας δεν έχει ταυτότητα. Έχει και παραέχει γι’αυτό και έχει αυτήν την πορεία απ’το 2004 και μετά. Πριν την Πορτογαλία δεν μας έλειπε μόνο η παρουσία στις μεγάλες διοργανώσεις, μας έλειπε και η σταθερότητα στο ποιοι είμαστε και πως παίζουμε.

Κάποιος θα πει πως δεν είχαμε ταυτότητα γιατί δεν είχαμε επιτυχίες, κάποιος άλλος θα πει πως δεν είχαμε επιτυχίες γιατί δεν είχαμε ταυτότητα. Όπως κι αν το δεις, είναι δεδομένο πως αυτά τα δύο, τα τόσο αλληλένδετα μεταξύ τους, τα έχουμε εδώ και δέκα χρόνια. Πάγια, κεκτημένα, σταθερά.

Ξέρουμε τι ποδόσφαιρο παίζουμε, έχουμε φιλοσοφία, έχουμε τρόπους και κυρίως έχουμε μια ταυτότητα που μας ταιριάζει. Κατανοώ την ανάγκη να παίζουμε ολοένα και καλύτερα, αλλά αυτό δεν συνεπάγεται να εγκαταλείψουμε τις αρχές μας. Μπορούμε να το κάνουμε χωρίς να αλλάξουμε φιλοσοφία, απλώς βελτιώνοντας όσο γίνεται αυτά που ήδη προσπαθούμε.

Στην Πορτογαλία πχ δεν βγήκαμε πρώτοι επειδή παίζαμε τέλεια άμυνα. Φτάσαμε στην κορυφή γιατί συνδυάσαμε μια άψογη αμυντική λειτουργία με μια εκπληκτική επιθετική συμπεριφορά, με επιθέσεις με παίκτες να έρχονται απ’τις πίσω γραμμές, με σπάνια τόλμη και αποτελεσματικότητα για ομάδα που αμυνόταν. Να θέλουμε να το δούμε ξανά, ναι, κι εγώ μαζί σας. Αλλά όχι πως δεν έχουμε ταυτότητα ή πως θα πρέπει σώνει και ντε να την αλλάξουμε.

Κι ας σταματήσει πια αυτή η κουβέντα περί άμυνας και επίθεσης. Κυρίως γιατί είναι πια τόσο ξεπερασμένη. Ελάχιστοι πια μιλούν στο εξωτερικό με αυτούς τους όρους, οι ομάδες δεν χωρίζονται σε αμυντικές και επιθετικές. Ο διαχωρισμός γίνεται στις active και τις pro-active ομάδες, αυτές δηλαδή που πρώτο τους μέλημα είναι η δράση και αυτές που αντιδρούν. Στις ομάδες που επιλέγουν την κατοχή (possession) και σ’αυτές που επιλέγουν την καλή τοποθέτηση (position).

Δεν υπάρχει θέσφατο που να λέει πως καλές ομάδες είναι οι μεν και κακές οι δε. Έκαστη κρίνεται με βάση το πόσο καλά υπηρετεί το σχέδιο που έχει επιλέξει. Και πραγματικά ελάχιστες είναι αυτές που μπορούν να πάρουν καλό βαθμό σε όλες τις κατηγορίες. Ένα πράγμα επιλέγεις και δουλεύεις για να το κάνεις σωστά. Και δεν υπάρχει πουθενά η έκφραση “κλέβω αποτέλεσμα” για τις ομάδες που αφήνουν την κατοχή στον αντίπαλο. Απλώς προσπαθούν να κερδίσουν με άλλον τρόπο.

Δεν θα είναι active όλες οι ομάδες του Μουντιάλ, ούτε όλες θα θέλουν να πάρουν την μπάλα και να κυριαρχήσουν. Μοιρασμένες θα είναι και πραγματικά δεν βλέπω τίποτα το κακό στο να ανήκουμε στο δεύτερο κομμάτι: θέλω μόνο να ξέρουμε και να μπορούμε να το κάνουμε όσο καλύτερα γίνεται. Όλες οι ομάδες, όπως κι αν παίζουν, αυτό θέλουν.

Η Γερμανία στο προηγούμενο Παγκόσμιο άφησε την μπάλα στον αντίπαλο και έπαιξε στην κόντρα. Μ’αυτόν τον τρόπο μοίρασε δύο τεσσάρες, σε Αγγλία και Αργεντινή, μέχρι που έπεσε πάνω στην Ισπανία, που δεν δεχόταν αντεπιθέσεις και ήξερε τι να κάνει την κατοχή. Στο πρόσφατο Euro θεώρησαν πως είναι έτοιμοι για παιχνίδι κατοχής και κυριαρχίας, αλλά την πάτησαν απέναντι στην Ιταλία, που επέλεξε την κόντρα. Δεν ήταν λάθος καμία απ’τις δύο διαφορετικές επιλογές, το θέμα είναι πόσο καλά υπηρετείς το σχέδιο. Το στοίχημα γι’αυτούς το καλοκαίρι είναι να είναι ακόμα καλύτεροι στον τρόπο τους και το ίδιο ισχύει για όλες τις ομάδες.

Κάτι κερδίζεις, κάτι χάνεις, ο,τι κι αν επιλέξεις. Η Εθνική διατήρησε αναλλοίωτες τις βασικές αρχές του παιχνιδιού της και καλά έκανε. Με αυτό το στιλ πετύχαμε, μ’αυτό το στιλ καθιερωθήκαμε και κυρίως αυτό το στιλ μας ταιριάζει. Αν είμαστε καλοί σ’αυτό, κανείς στο εξωτερικό δεν μας χλευάζει, ούτε μας υποτιμά. Όσα γράφτηκαν για το Euro του 2012 στο εξωτερικό περιείχαν σεβασμό και αναγνώριση. Είναι μεγάλο πράγμα να ξέρουν όλοι ποιος είσαι, πως παίζεις και πόσο καλά το κάνεις: αυτό λέγεται ταυτότητα.

Δεν υπάρχει λόγος να αποκτήσουμε ταυτότητα, έχουμε. Και δεν υπάρχει λόγος για αλλαγή, αλλά μόνο διαρκή θέληση και απαίτηση για βελτίωση.

Πηγή: contra.gr

Για την κατηγορία της σελίδας

Loading...