Τα «ψιλά γράμματα» της έκθεσης Προβόπουλου

18 Δεκέμβριος 2013 6:36 πμ

28 0

Τα «ψιλά γράμματα» της έκθεσης Προβόπουλου

Τα νέα δεδομένα που διαμορφώθηκαν το 2013 στην οικονομία καταγράφει η έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος. Διαπιστώνει ότι η ανεργία θα ανασχεθεί το 2014, αλλά θα συνεχιστεί η μείωση των αποδοχών, ενώ η κατανάλωση θα περιοριστεί περαιτέρω. Ζητά από την κυβέρνηση να διαθέσει τα χρήματα για τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις. Κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για παρατεταμένο αποπληθωρισμό και εξηγεί πως οι έμμεσοι φόροι και το ενεργειακό στόχος περιορίζουν την ανταγωνιστικότητα.

Θετικά αντιμετωπίζει το νέο φόρο ακινήτων η ΤτΕ, ωστόσο ζητά αντιστοίχως μειώσεις άλλων φόρων. «Αν μια αύξηση της φορολόγησης στα ακίνητα είναι θεμιτή, θα πρέπει να συνοδεύεται από αντίστοιχες μειώσεις στους φόρους εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, προκειμένου να ενισχυθεί η οικονομική δραστηριότητα», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Η ΤτΕ σημειώνει ότι η επιβολή του φόρου ακινήτων κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, καθώς έως και το 2011 η Ελλάδα συγκαταλεγόταν μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ με τη χαμηλότερη φορολογική επιβάρυνση στην κατοχή ακινήτου. Σύμφωνα με μελέτη του ΟΟΣΑ, οι φόροι περιουσίας προκαλούν τις μικρότερες οικονομικές στρεβλώσεις και δεν λειτουργούν ως τροχοπέδη για την οικονομική ανάπτυξη σε σχέση με τους υπόλοιπους φόρους, αποτελούν συνεπώς και προτιμώμενο εργαλείο συλλογής εσόδων. Επιπλέον, είναι πιθανόν μια αύξηση της φορολογίας στα ακίνητα να στρέψει κάποια από αυτά τα κεφάλαια προς παραγωγικότερες χρήσεις. Ωστόσο, η ορθή επιβολή του φόρου προϋποθέτει την ύπαρξη κτηματολογίου που να καλύπτει το σύνολο της χώρας και το δραστικό περιορισμό οποιασδήποτε άλλης επιβάρυνσης στα ακίνητα, όπως π.χ. του φόρου μεταβίβασης, ο οποίος και περιορίζεται κατά περίπου 75% με στόχο την τόνωση της αγοράς ακινήτων.

Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι το 2013 οι μέσες αποδοχές μειώθηκαν κατά 7,4% (2012: -6,6%). Η εξέλιξη αυτή οφείλεται: (α) στις θεσμικές ρυθμίσεις του Οκτωβρίου 2011 και Φεβρουαρίου 2012 για την ενίσχυση της ευελιξίας στην αγορά εργασίας, (β) στη συνέχιση της δημοσιονομικής προσαρμογής και (γ) στις συνθήκες οικονομικής ύφεσης, που επηρεάζουν τις μισθολογικές διαπραγματεύσεις.

Το 2013 οι επιχειρήσεις εξακολούθησαν να προσφεύγουν, σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι προ του 2012, στη σύναψη αφενός ατομικών συμβάσεων εργασίας και αφετέρου επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων. Από τις αρχές του 2013 έως τις αρχές Δεκεμβρίου έχουν υπογραφεί 385 επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις. Ο συνολικός αριθμός τους από τα τέλη Οκτωβρίου του 2011 (όταν με τον Ν. 4021 τροποποιήθηκε το σχετικό νομικό πλαίσιο) υπερβαίνει τις 1.397.

Την τελευταία τριετία οι συμβάσεις αυτές κατά κανόνα προβλέπουν "πάγωμα" αποδοχών ή προς τα κάτω προσαρμογή των αποδοχών της τάξεως του 10%-40%. Την περίοδο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου 2013, πάντως η μέση μείωση ήταν 5,9% (σύμφωνα με το πληροφοριακό σύστημα ΕΡΓΑΝΗ).

Υπολογίζεται από την ΤτΕ ότι από τα τέλη του 2011 έως σήμερα οι μειώσεις μισθών μέσω επιχειρησιακών και ατομικών συμβάσεων αφορούν τουλάχιστον το 28,7% των μισθωτών του επιχειρηματικού τομέα, ενώ οι μειώσεις μέσω κλαδικών και ομοιοεπαγγελματικών συλλογικών συμβάσεων αφορούν το 27,5% και οι μειώσεις μέσω μετατροπής συμβάσεων πλήρους απασχόλησης σε μερική ή εκ περιτροπής απασχόληση το 7,8%.

Πάντως το 2014 αναμένεται ότι η μέση μείωση των αποδοχών τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα θα είναι πολύ περιορισμένη σε σύγκριση με την τελευταία διετία, για ορισμένες μάλιστα κατηγορίες εργαζομένων το επίπεδο των μισθών θα παραμείνει σταθερό.

Μια εξέλιξη που διαφοροποιεί το 2013 είναι ότι οι απώλειες θέσεων εργασίας τη συγκεκριμένη χρονιά καταγράφονται κυρίως σε μεγάλες επιχειρήσεις. Τα προηγούμενα χρόνια οι μεγάλες επιχειρήσεις είχαν πολύ πιο περιορισμένες απώλειες από ό,τι οι μικρές. Μάλιστα οι προσλήψεις που καταγράφηκαν το α' εξάμηνο του 2013 έγιναν κυρίως σε μικρές επιχειρήσεις. Παρά τα παραπάνω, όμως η διάρθρωση της απασχόλησης ανάλογα με το μέγεθος της επιχείρησης έχει μεταβληθεί, σε σύγκριση με την κατάσταση πριν την κρίση και το ποσοστό των απασχολουμένων σε μεγάλες επιχειρήσεις έχει αυξηθεί σημαντικά.

Το 2014 το μέσο ποσοστό ανεργίας αναμένεται να μειωθεί κατά περίπου μία εκατοστιαία μονάδα από το μέσο ποσοστό του 2013. Αναμένεται ελαφρά άνοδος τόσο του αριθμού των μισθωτών στον ιδιωτικό τομέα, όσο και του αριθμού των αυτοαπασχολουμένων.

Η ΤτΕ διαπιστώνει ότι οι πρόσφατες εξελίξεις ως προς τη μισθωτή εργασία στον ιδιωτικό τομέα αντανακλούν κυρίως άνοδο του ρυθμού των προσλήψεων και δευτερευόντως περιορισμό των απολύσεων. Αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι το β' τρίμηνο του 2013 η πιθανότητα παραμονής για δύο διαδοχικά έτη στην ανεργία έχει μειωθεί οριακά μεν, αλλά περισσότερο από ό,τι έχει αυξηθεί η πιθανότητα παραμονής για δύο διαδοχικά έτη στην απασχόληση. Οι εξελίξεις αυτές, υποστηρίζεται, ενδεχομένως αντανακλούν την επίπτωση της μείωσης των μισθών και των θεσμικών μεταβολών στην αγορά εργασίας.

Ο αρνητικός πληθωρισμός (πρώτη φορά εδώ και πάνω από 45 χρόνια) αναμένεται να έχει θετική επίδραση στο πραγματικό εισόδημα και την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών όπως επίσης και στην ανταγωνιστικότητα τιμών της οικονομίας, ιδιαίτερα στον εξαγωγικό τομέα και στον τουρισμό. Ο κίνδυνος που ενέχει όμως είναι ότι, αν διατηρηθεί για μεγάλο διάστημα, μπορεί να εδραιώσει προσδοκίες οι οποίες επηρεάζουν αρνητικά τις επενδύσεις και την πραγματική οικονομία γενικότερα, καθόσον περιορίζουν τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων και αυξάνουν το πραγματικό κόστος δανεισμού. Παράλληλα, επιδεινώνει τη δυναμική του δημόσιου χρέους.

Η σημαντική υποχώρηση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος τα τελευταία χρόνια έχει ως αποτέλεσμα να έχει πλέον ανακτηθεί η απώλεια ανταγωνιστικότητας κόστους που σημειώθηκε μεταξύ 2001-2009. Ωστόσο, σημειώνει η Τράπεζα της Ελλάδος, αν η σταθμισμένη συναλλαγματική ισοτιμία αποπληθωριστεί με βάση τους δείκτες τιμών καταναλωτή, η απολεσθείσα ανταγωνιστικότητα δεν έχει ακόμη ανακτηθεί πλήρως.

Η διαφορά αυτή αποδίδεται στο γεγονός ότι οι τιμές έχουν υποχωρήσει λιγότερο από ό,τι το κόστος εργασίας, καθώς οι επιχειρήσεις επηρεάστηκαν δυσμενώς από αυξήσεις στο κόστος της ενέργειας και από την άνοδο της έμμεσης φορολογίας, αλλά και λόγω των στρεβλώσεων που χαρακτηρίζουν την εγχώρια αγορά προϊόντων.

Όπως σημειώνεται παράλληλα, στον τομέα της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας, η οποία είναι ενδεχομένως και ουσιαστικότερη, η Ελλάδα συνεχίζει να κατατάσσεται στις χαμηλότερες θέσεις μεταξύ των ανεπτυγμένων οικονομιών σύμφωνα με τις διεθνείς αξιολογήσεις. Ωστόσο, η πρόοδος που σημειώνεται τελευταία είναι σημαντική. Η Ελλάδα είναι η χώρα που ανταποκρίθηκε στον καλύτερο δυνατό βαθμό στις συστάσεις του ΟΟΣΑ για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς προμηθευτές και οι εκκρεμείς επιστροφές φόρων μειώθηκαν σε 6.570 εκατ. ευρώ τον Οκτώβριο του 2013 από 8.971 εκατ. ευρώ το Δεκέμβριο του 2012. Σύμφωνα με το Υπουργείο Οικονομικών, έως και το Νοέμβριο αποπληρώθηκαν 5,3 δισ. ευρώ. Ωστόσο, συνεχίστηκε η συσσώρευση νέων ληξιπρόθεσμων οφειλών, οι οποίες την περίοδο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου ανέρχονταν σε 2,6 δισ. ευρώ (0,5 δισ. ευρώ αφορούσαν επιστροφές φόρων).

Σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό του 2014, εκτιμάται ότι έως το τέλος του έτους θα αποπληρωθούν ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους 6,6 δισ. ευρώ, έναντι 8 δισ. ευρώ που προέβλεπε το επικαιροποιημένο ΜΠΔΣ 2013-2016. Το 1,4 δισ. ευρώ που δεν θα απορροφηθεί αφορά τους κλάδους υγείας των ΟΚΑ. Σε κάθε περίπτωση, οι πιστώσεις αυτές θα πρέπει να αξιοποιηθούν προς αποπληρωμή μεταγενέστερων ληξιπρόθεσμων οφειλών προκειμένου να μετριαστούν τα προβλήματα ρευστότητας της οικονομίας.

Για τις Α.Ε. και Ε.Π.Ε. προβλέπεται στον προϋπολογισμό η φορολόγηση των αδιανέμητων κερδών με συντελεστή 26%, έναντι του 20% που ίσχυε. Στα διανεμόμενα κέρδη θα επιβάλλεται επιπλέον φόρος με συντελεστή 10%, έναντι 25%. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τους περιορισμούς που υφίστανται στη λήψη τραπεζικού δανεισμού, η συγκεκριμένη ρύθμιση ενδεχομένως έχει αντιαναπτυξιακό χαρακτήρα στην παρούσα συγκυρία, καθώς ενθαρρύνει τη διανομή των κερδών έναντι της διακράτησής τους με στόχο την εσωτερική χρηματοδότηση των επενδύσεων.

Οι λιανικές πωλήσεις, που αποτελούν περίπου το 40% της ιδιωτικής κατανάλωσης, μειώθηκαν σε σταθερές τιμές το εννεάμηνο του 2013 κατά 10,1% έναντι του αντίστοιχου διαστήματος του 2012, ενώ ο κύκλος εργασιών μειώθηκε κατά 10,3%, καθώς οι μειώσεις των τιμών στις περισσότερες κατηγορίες αγαθών αντισταθμίστηκαν από άνοδο των τιμών στα τρόφιμα.

Η υποχώρηση της ιδιωτικής κατανάλωσης αποδίδεται στη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών και στην αβεβαιότητα για τα μελλοντικά εισοδήματα. Η ιδιωτική κατανάλωση προβλέπεται να υποχωρήσει και το 2014, δεδομένου ότι τα εισοδήματα δεν αναμένεται να αυξηθούν και εκτιμάται ότι τα νοικοκυριά θα αρχίσουν να αποταμιεύουν περισσότερο. Ωστόσο, όπως φαίνεται και από τη σταδιακή βελτίωση των επιχειρηματικών προσδοκιών στο λιανικό εμπόριο, η μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης το 2014 θα είναι πολύ ήπια.

Πηγή: gr.news.yahoo.com

Για την κατηγορία της σελίδας

Loading...